Η ευκαιρία ενός αδύναμου Ευρώ για την Ελλάδα


Η ισοτιμία του ευρώ με το δολάριο, άγγιξε την Τετάρτη την απόλυτη ισορροπία. Πριν ένα χρόνο το ευρώ κόστιζε 1,20 δολάρια και μέχρι την αρχή του 2022 είχε ήδη πέσει σε αξία στα 1,13$. Εδώ και 20 χρόνια, το δολάριο άξιζε λιγότερο από το ευρώ, τώρα όμως 1 ευρώ αξίζει 1 δολάριο. Μέσα στο πλαίσιο της πληθωριστικής κρίσης που ζούμε παγκοσμίως, και της αύξησης των επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, το δολάριο ενισχύθηκε έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων. Κάτι τέτοιο μεταφράζεται ως «υποτίμηση» της αξίας του κοινού νομίσματος και κανείς θεωρεί πως δεν μπορεί να είναι πολύ καλό για τις ζωές μας. Ειδικά , όμως, για την χώρα μας η μείωση της αξίας του ευρώ είναι κάτι που μπορεί να μας ωφελήσει.


Ένα σκληρό, δυνατό νόμισμα μπορεί να ευνοήσει μία οικονομία όσο αυτή παράγει προϊόντα και υπηρεσίες που εξάγονται και θεωρούνται υψηλής έντασης κεφαλαίου. Προϊόντα και υπηρεσίες δηλαδή οι οποίες απαιτούν μεγάλη επένδυση χρημάτων, και έχουν ως αποτέλεσμα ακριβά προϊόντα. Όπως για παράδειγμα η Mercedes. Όταν μία τέτοια οικονομία πουλάει σε ξένες χώρες, το ακριβό νόμισμα την ευνοεί, γιατί πουλάει ακριβά παραμένοντας ανταγωνιστική.


Η χώρα μας δεν είναι – προφανώς – μια τέτοιου είδους οικονομία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σκληρή βιομηχανία και ιδιαίτερα υψηλές επενδύσεις κεφαλαίου προς παραγωγή και εξαγωγή προϊόντων. Αντίθετα, η χώρα μας βασίζεται σε υπηρεσίες που θεωρούνται υψηλής έντασης ανθρώπινου δυναμικού, όπως ο Τουρισμός και όλες οι υπηρεσίες γύρω από αυτόν. Εξάλλου, ο τουρισμός το 2022 προβλέπεται να ξεπεράσει το ρεκόρ του 2019 και μέσω των υπηρεσιών και προϊόντων που συνδέονται με αυτόν, παράγουν περίπου το 20% του ΑΕΠ μας. Για την ακρίβεια, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το 2020 το 68% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ελλάδας ήρθε από τον τομέα των υπηρεσιών – συνδεόμενων ή μη με τον τουρισμό. Η μονοδιάστατη οικονομία μας, προσανατολισμένη στον τομέα των υπηρεσιών, την κατεξοχήν οικονομία έντασης ανθρώπινου δυναμικού, θα κέρδιζε από ένα πιο φθηνό ευρώ.


Γιατί; Το πιο φθηνό νόμισμα κάνει μια χώρα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά ανταγωνιστική σε σχέση με το εξωτερικό. Ενδεικτικά, ένας Αμερικάνος που ήθελε να επισκεφθεί την Ελλάδα και το κατάλυμά του κόστιζε 1.000 ευρώ, έπρεπε να διαθέσει 1.200 δολάρια. Σήμερα το κόστος του πέφτει στα 1.000 δολάρια. Παρότι ένα αντίστοιχο κατάλυμα στην Τουρκία παραμένει φθηνότερο, γινόμαστε πιο φιλικός προορισμός για την τσέπη του Αμερικάνου.


Επομένως, είναι εμφανής μια τέτοια διαφορά στις τιμές μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κατανάλωση, περισσότερα έσοδα για τις ελληνικές επιχειρήσεις και περισσότερα κέρδη. Το ακριβό ευρώ συμπιέζει συνεχώς την ανταγωνιστικότητα των Ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, με συνέπεια να υποχωρούν συνεχώς οι εξαγωγές μας ακόμα και σε χώρες της

ευρωζώνης.


Η πτώση της αξίας του ευρώ, φυσικά, δεν έχει μόνο θετικά στοιχεία για την χώρα μας. Οδηγεί σε περαιτέρω αύξηση του πληθωρισμού. Αυτό γιατί, η μικρότερη αξία του νομίσματος σημαίνει ότι οι εισαγωγές που τιμολογούνται σε δολάριο είναι ακριβότερες και οι εσωτερικές τιμές θα οδηγηθούν σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα. Αυτή η πλευρά του νομίσματος παρουσιάζει το δίλημμά της εποχής μας:


Από την μία, ο υψηλός πληθωρισμός στην Ε.Ε. απαιτεί αύξηση επιτοκίων με σκοπό την συγκράτηση των τιμών, ενώ η ανεμική ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή οικονομία έχει ανάγκη μιας δημοσιονομικής οικονομικής που υιοθετεί χαμηλά επιτόκια. Στο σημείο αυτό, έρχεται η τεράστια ανάγκη πολιτικής βούλησης για τη λήψη πρωτοβουλιών που θα ωφελήσουν όχι μόνο τις ισχυρές χώρες της Ευρώπης αλλά και την Ελλάδα μας. Προτάσεις πάντως υπάρχουν.